Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

ΤΙ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ;

Το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου πρόβλημα στην πολιτική σήμερα και ιδιαίτερα στο σπαρασσόμενο ΠΑΣΟΚ είναι να καθοριστούν εξ αρχής τα συνεκτικά στοιχεία των κομμάτων. Επειδή εκπροσωπούν μια ‘θολή’ ταξικά κοινωνία, όλα τα ελληνικά κόμματα διαμόρφωσαν στην πορεία του χρόνου ‘θολά’ ή αλλιώς πολυσυλλεκτικά χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονται εν πολλοίς στις αντιφατικές προτιμήσεις των Ελλήνων πολιτών.

Τι είναι λοιπόν εκείνο που στην πορεία του χρόνου διαμόρφωσε τις παρατάξεις έτσι όπως έρχονται μέχρι τις μέρες μας και τις έκανε διακριτές στο πολιτικό σκηνικό; Κατά τη γνώμη μου δύο στοιχεία: η προσωπικότητα του αρχηγού και οι στρατηγικές επιλογές τοποθέτησης της χώρας μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι που εμφανίζονται με αντίστοιχα πολιτισμικά ιδεολογήματα και εμμονές.

Η προσωπικότητα του αρχηγού και κυρίως η δυνατότητά του να υποσκελίζει τα στελέχη του κόμματός του και να τους αφαιρεί τη δυνατότητα οργάνωσης μηχανισμού, είναι αυτή που δίνει το στίγμα της κάθε παράταξης. Στους αποτελεσματικούς εντάσσονται οι Καραμανλής Α’. Παπανδρέου Β’ (πριν την ασθένειά του) και πολύ πρόσφατα ο Αλαβάνος. Στους μη-αποτελεσματικούς οι Παπανδρέου Γ’, Μητσοτάκης, Κωνσταντόπουλος και στους έτσι κι έτσι Σημίτης και Καραμανλής Β’. Ο ΒΒενιζέλος προβάλλεται ψευδεπίγραφα ως εκπρόσωπος του ισχυρού ηγέτη, αλλά δεν είναι. Ήδη υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια στους ουδέτερους και δεν έχει καθόλου κοινωνικές αναφορές που θα τον καθιστούσαν ανθεκτικό σε περίπτωση κρίσης. Το ελληνικής κοπής ‘καθηγητηλίκι’, δυστυχώς, με τα μιντιακά του προνόμια, αλλοιώνει την κρίση των πολιτικών που προέρχονται από αυτό και τους κάνει να παραμελούν εμφανώς τις κοινωνικές και κυρίως τις διεθνείς αναφορές τους.

Στον δεύτερο παράγοντα, την επίδραση δηλαδή των διεθνών εξελίξεων στην Ελλάδα αναφέρω κάποια παραδείγματα: ο διαχωρισμός των δύο μεγάλων παρατάξεων Βενιζελικών και Φιλοβασιλικών αντιστοιχούσε στην Αγγλογαλλική ή Γερμανική επιρροή αντίστοιχα και λύθηκε με την ήττα της μιας πλευράς. Η παραδοσιακή αριστερά διατήρησε από την αρχή μέχρι το τέλος την αναφορά της στην Σοβιετική Ένωση και σήμερα επενδύει σ’ έναν έντονο απομονωτισμό που απαντάται κυρίως στα ακροδεξιά κόμματα. Ερχόμενοι λίγο πιο κοντά, η Καραμανλική υπεροχή της δεκαετίας του 70 αντιστοιχούσε στην προσπάθεια διαμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η πρώιμη πασοκική ταυτότητα ήταν σαφέστατα αντιευρωπαϊκή, στην κουλτούρα του αμερικάνικου ριζοσπαστισμού της εποχής Κάρτερ. Η δεκαετία του 80 βρίσκει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία να διερευνά στην αρχή τις αμήχανες προσπάθειες τρίτου δρόμου και στο τέλος να συμβιβάζεται με το ευρωπαϊκό κατεστημένο αρκετά πιο ελκυστικό από τον ρηγκανισμό. Ο Μητσοτάκης εκπροσωπεί στα καθ’ υμάς την νικήτρια τότε αμερικανική ηγεμονία αλλά μην ζητώντας ανταλλάγματα πληρώνει ο ίδιος την καταστροφική πολιτική των Αμερικανών στα Βαλκάνια. Η επιστροφή του φιλοευρωπαϊκού ΠΑΣΟΚ και του Σημίτη αργότερα είναι αναπόφευκτη ως ένα βαθμό και μάλιστα σε μια εποχή που οι ευρωπαϊκές ελπίδες συγχώνευσης και ηγεμονίας ήταν ιδιαίτερα αυξημένες. Η πτώση Σημίτη ταυτίζεται με την κατάρρευση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, αποτέλεσμα της αμερικανικής επίδρασης στην πρώην ανατολικές χώρες και των πολύ αργών ρυθμών αλλαγών της ΕΕ. Μετά τον πόλεμο στο Ιράκ η αμερικανική ηγεμονία εμφανίζεται σήμερα εξαιρετικά αποδυναμωμένη και δημιουργούνται πολλαπλές φυγόκεντρες και εν πολλοίς επικίνδυνες για την παγκόσμια ειρήνη, τάσεις. Ο Καραμανλής Β’ είναι αμήχανος μέσα σ’ έναν κόσμο που πιθανότατα δεν καταλαβαίνει, πόσο μάλλον να επιδράσει επάνω του. Πότε κοιτά στη δύση (κόρη Μητσοτάκη γαρ) πότε στην ανατολή (πονηρός ο Πούτιν) και γενικά λουφάρει μπας και τη γλυτώσει. Ο Παπανδρέου Γ’ απ’ την άλλη, γνήσιο τέκνο του αμερικάνικου φιλελευθερισμού, σε υποχώρηση τα τελευταία οκτώ χρόνια, δεν έχει -εξ ανάγκης- εκείνες τις διεθνείς αναφορές (παρά τη Σοσιαλιστική Διεθνή) που να του εξασφαλίζουν μια ελκυστική διακριτή ταυτότητα.

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω απέφυγα επιμελώς να αναφερθώ σε αριστερά και δεξιά, προνομιούχους και μη, τα όρια της φτώχιας, το ασφαλιστικό κλπ. Είναι καιρός πια, πιστεύω, μαζί με την εποχή της μεταπολίτευσης να θάψουμε ευλαβικά και τα εργαλεία πολιτικής ανάλυσης που χρησιμοποιούσε.

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΟΧΗ

Η αλαζονεία και η αμετροέπεια είναι ΒΒενιζελική πατέντα και σ’ εκείνον αποκλειστικά πρέπει να μείνουν τα πνευματικά δικαιώματα εις το διηνεκές. Φαίνεται καθαρά ότι υποχωρεί τάχιστα οι δυναμική του και οι θέσεις που έβγαλε χτες ΔΕΝ αποτελούν πολιτικά γεγονότα ούτε κατ’ ελάχιστον. Ο ΒΒενιζέλος μάλιστα ξεχνά ότι έχασε και αυτός! Ενδεχομένως λοιπόν η φαρέτρα του να άδειασε από την Κυριακή 16/9 το βράδυ και οι συνοδοιπόροι του να ψάχνουν εναγώνια στον πάτο της για να βρουν τίποτε άλλο. Ας πρόσεχαν!

Ο κίνδυνος είναι τώρα η αλαζονεία και η έλλειψη μέτρου να μεταφερθούν από την άλλη πλευρά και αν συμβεί αυτό, τότε θα έχει την ίδια τύχη: φθορά και ανυποληψία. Στα μάτια της κοινωνίας που παρατηρεί προσεκτικά τα πάντα, κατήγοροι και υπονομευτές της γενικά θετικά αποδεκτής σημιτικής περιόδου, losers από πεποίθηση με ύφος τουλάχιστον Τόνιας Αντωνίου και Άκη «Αριστερού» Τσοχατζόπουλου μαζί, κάτι σε Παπουτσής, να πούμε…, δεν είναι οι καλύτεροι πρεσβευτές του νέου ζητούμενου στην κεντροαριστερά σήμερα. Ο σκληρός αγώνας που πρέπει να δοθεί και οι απαιτήσεις του, ας μην θολώσουν το μήνυμα για άλλη μια φορά.

Το ίδιο και οι θέσεις. Αν οι κάθε λογής πασοκικές συνιστώσες συνεχίσουν να βομβαρδίζουν το λαό με ‘αριστερές’ κοινοτοπίες, τότε νομίζω ότι δεν θα μείνει τίποτε να μοιραστεί πολιτικά. Το παράδειγμα του Ανδρουλάκη είναι πολύ καλό. Σε μια εβδομάδα σπατάλησε πολιτικό κεφάλαιο που έχτιζε πολλά χρόνια. Τίποτε δεν θα είναι ίδιο πια για όσους νόμισαν ότι η ευκολία της ανέξοδης δημοφιλίας θα τους προστάτευε για πάντα.

Εκείνο που φαίνεται σε αυτόν τον πολύ ενδιαφέροντα αγώνα στο ΠΑΣΟΚ -προς το παρόν μεταξύ προσώπων- είναι ότι η πολιτική ηθική παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Θα κερδίσει αυτός που θα κατηγορήσει λιγότερο, θα ρισκάρει περισσότερο, δεν θα προδώσει τους φίλους του, θα συγκρουστεί ακόμη και με τους φίλους του, θα κρίνει με σοβαρότητα τα στοιχεία, θα διορθώσει τα λάθη του ακόμη κι αν δεν τα παραδεχθεί, θα επιλέξει κατάλληλους συνεργάτες, δεν θα διαπραγματευτεί, δεν θα σνομπάρει, δεν θα θυμώσει με κανέναν, θα δημιουργήσει πολιτικά γεγονότα εκτός των γραφείων και των τηλεοπτικών πλατώ. Θα παρουσιάσει με λίγα λόγια μια σοβαρή ικανότητα να κυβερνήσει τον τόπο, πέρα από την ανάγκη του ή το πεπρωμένο του.